Διαχρονική Ελληνική Αυταπάτη

Ένα «επίκαιρο» άρθρο 25 ετών  –    «ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ» 14.12.1989

Μια άλλη άποψη για την ανάπτυξη

Από τότε που ήμουνα παιδάκι δεν θυμάμαι να υπήρχε ποτέ περίοδος στη ζωή μου, που να μην άκουγα γύρω μου ότι «περνάμε οικονομική κρίση».
Και πως να μην περνάμε, όταν μόνιμο μέτρο σύν-κρισης της οικονομίας ήταν και είναι η οικονομία των πιο πλούσιων χωρών της Γης.  Ένας κοντός άνθρωπος π.χ. αν συγκρίνεται μονίμως με έναν υψηλότερό του, θα διαπιστώνει πάντα την «υψομετρική κρίση» του.
Ο βιομηχανικός πολιτισμός ή στη σημερινή του εξέλιξη ο τεχνολογικός πολιτισμός φυσιολογικά επέδρασε και θα επιδρά στην Ελλάδα, όπως εξάλλου και σε κάθε άλλη γωνιά της Γης.
Η Ελλάδα δεν είχε τις μακροχρόνιες εθνικές, πολιτικοστρατιωτικές, οικονομικές και πολιτιστικές προϋποθέσεις για να βρεθεί στο κέντρο αυτής της εξέλιξης, στην πρώτη γραμμή κρούσης αυτού του πολιτισμού και περιορίστηκε-περιορίζεται στο ν’ ακολουθεί.

Ορισμένοι επιμέρους συλλογισμοί που οδήγησαν στην ανάγκη συγγραφής αυτού του κειμένου είναι:

  • Η αφομοιωτική ικανότητα του βιομηχανικού-τεχνολογικού πολιτισμού, ως προς την Ελλάδα ή και για οποιαδήποτε άλλη χώρα, δεν τίθεται προς αξιολόγηση, έγκριση ή αμφισβήτηση, απλώς υπάρχει.
  • Τόσο ο στείρος εκθειασμός όσο και το ανάθεμα της αφομοίωσης παρεμποδίζουν τη δυνατότητα παρακολούθησης και δημιουργικής παρέμβασης σε αυτήν τη διαδικασία.
  • Η διεθνοποίηση αυτού του πολιτισμού, ενώ είναι αναπότρεπτη, δεν σημαίνει την ισοπέδωση των επιμέρους πολιτισμών.  Κι αυτό όχι γιατί έτσι θα θέλαμε, αλλά γιατί έτσι επίσης είναι.  Και ένα ενιαίο κράτος, που λέει ο λόγος, να γίνει η γη, παραδόσεις και χαρακτηριστικά αιώνων δεν θα εξαλειφθούν από τη μια μέρα στην άλλη.  Επίσης ο ήλιος δεν θα πάψει να στέλνει κάτω από διαφορετικές γωνίες τις ακτίνες του στον πλανήτη, ένα γεγονός που επιδρά βέβαια στην ποικιλία της φύσης, των ανθρώπων συμπεριλαμβανομένων.
  • Τα δεδομένα, οι αξίες, καθώς και οι δείκτες μέτρησής τους, που υπάρχουν στις χώρες εμπροσθοφυλακής του τεχνολογικού πολιτισμού επιδρούν κι επηρεάζουν τις άλλες χώρες.  Αλλά, πρώτον δεν εξαλείφουν τα ιδιαίτερα γνωρίσματα και χαρίσματα αυτών των άλλων χωρών.  Και δεύτερον, δεν δημιουργούν ξαφνικά εκ του μη όντος τη δυνατότητα για ίδιες επιδόσεις, σε όλους τους τομείς, με τις χώρες εμπροσθοφυλακής.

Ας προστεθεί εδώ, ότι οι πιο πλούσιες χώρες ή, στο αρχικό μας παράδειγμα οι πιό ψηλοί άνθρωποι, έχουν κάθε λόγο, για να προβάλλουν τον εαυτό τους, να υπερτονίζουν τη σχετική σημασία των δικών τους συγκριτικών πλεονεκτημάτων, την οικονομική δύναμη ή το ύψος και να υποβαθμίζουν τη σχετική σημασία εξίσου σημαντικών χαρακτηριστικών, που δεν τα διαθέτουν.

Ύστερα από την παράθεση αυτών των εισαγωγικών συλλογισμών, ας διατυπωθεί και η κύρια ιδέα αυτού του άρθρου, που είναι ότι:

  • Η Ελλάδα τα επόμενα 50 χρόνια, για μακροχρόνιους ιστορικούς λόγους, δεν πρόκειται να φτάσει το επίπεδο οικονομικής ευημερίας των πιο πλούσιων χωρών της Γης.  Ας το ξεχάσουμε.  Κι ας σταματήσουμε αυτήν την αέναη, αδιέξοδη και σχιζοφρενική συν-κριση, αυτόν τον απροετοίμαστο κι ατέλειωτο αγώνα δρόμου.
  • Ένας άνθρωπος ή μια κοινωνία μπορούν να αναπτύξουν τις ικανότητες και τις επιδεξιότητές τους σε ορισμένους τομείς πιο απεριόριστα, σε άλλους πιο περιορισμένα.  Αν επιδιώξουν να κάνουν πράγματα πέρα από τις δυνάμεις τους, το μόνο που θα καταφέρουν είναι να γίνουν γελοίοι και να σπάσουν τα μούτρα τους.  Και το χειρότερο, να μην αξιοποιήσουν, να σνομπάρουν, τις δυνατότητες που πραγματικά έχουν, τα δικά τους συγκριτικά πλεονεκτήματα.

Η Ελλάδα δεν έχει ούτε πρόκειται ποτέ να αποκτήσει μεγάλη βιομηχανική παραγωγή.  Δεν έχει κι ούτε πρόκειται να αποκτήσει υψηλή τεχνολογία, τουλάχιστο σε όλους τους τομείς.  Ή δεν έχει ούτε πρόκειται ν’ αποκτήσει την καλύτερη κινηματογραφική παραγωγή.
Είχε κι έχει κάποια αγροτικά προϊόντα.  Αξιόλογη ναυτιλία κι εμπορικές επιδόσεις.  Θα μπορούσε ίσως ν’ αναπτύξει και την εξειδικευμένη παραγωγή κάποιων τεχνολογικών ή βιομηχανικών προϊόντων.
Διαθέτει φυσικό περιβάλλον που το ζηλέυουν οι ξένοι εύποροι φίλοι μας. Αλλά που το ένα τρίτο, του αθηναϊκού πληθυσμού της, το απολαμβάνει όπως κι οι ξένοι, άπαξ του χρόνου, κατά τη διάρκεια των διακοπών.
Είχε κι έχει καλούς ποιητές κι αξιόλογη μουσική παράδοση.  (Τα Νόμπελ κι άλλες διεθνείς διακρίσεις δεν έχουν δοθεί σε αυτήν την χώρα σε επιστήμονες, βιομήχανους ή πολιτικούς, αλλά σε καλλιτέχνες).

Ας μην παρεξηγηθεί αυτή η σχηματική παράθεση συγκριτικών πλεονεκτημάτων και μειονεκτημάτων.  Κι ας κρατηθεί η επισήμανση ότι: Μια συστηματική ανάλυση αυτών των πλεονεκτημάτων και των μειονεκτημάτων, των ορίων και των δυνατοτήτων, αποφεύγεται από όλες τις πλευρές σαν το διάολο με το λιβάνι.

Οι παρενέργειες, οι παρακρούσεις και οι ψευδαισθήσεις αυτής της Μη Αυτογνωσίας είναι και πολλές και ποικίλης απόχρωσης.  Δύο από αυτές είναι:

  • Πρώτον, ο αγώνας δρόμου για το πλησίασμα των οικονομικών δεικτών, των λοιπών δεικτών ευημερίας και των καταναλωτικών δυνατοτήτων των πιο πλούσιων χωρών της Γης.  Η στάση αυτή διαπερνά το σύνολο της συμπεριφοράς και της νοο-τροπίας του κοινωνικού σώματος, από την πνευματική και πολιτική ηγεσία των Αθηνών μέχρι το τελευταίο χωριό.  Η στάση αυτή, επί το ακριβέστερον η πρεμούρα αυτή, παρεμποδίζει κάθε μακροχρόνιο σχεδιασμό, τη δημιουργία υποδομών, ένα πιο δημιουργικό στιλ δουλειάς, που θα απέβλεπε όχι μόνο στο τρέχον αλλά και στο μακχροχρόνιο όφελος.  Η άκρατη επιθυμία για πλουτισμό, μετουσιωνόμενη, γιατί δεν μπορεί κι αλλιώς, σε αυτό το ιδιόμορφο κράμα νεοπλουτίστικης ξιπασιάς και απάτης, προχειρότητας και φανφάρας, εμποδίζει τον πλουτισμό με την ευρεία έννοια του όρου.  (Και οικονομικό αλλά και ανθρωπιστικό, περιβαλλοντικό, πολιτιστικό κ.λ.π.).
  • Δεύτερη σημαντική παρενέργεια είναι εκείνη η έμπλεη «εθνικής» περιφάνειας αντίληψη, που διαρρηγνύει τα ιμάτιά της μπροστά στο γεγονός ότι «η Ελλάδα γίνεται ο λαχανόκηπος και το τουριστικό θέρετρο της Ευρώπης».  Λες και δεν ήταν πάντα.  Λες και αυτό είναι «κακό» ή υποτιμητικό.  Ή ότι μπορεί να γίνει αλλιώς.  Ή ότι αυτό είναι το κύριό μας πρόβλημα κι όχι το ότι γινόμαστε ένας ημικατεστραμμένος λαχανόκηπος κι ένα ημικατεστραμμένο θέρετρο της Ευρώπης.

Ίσως η θεωρία της Ψωροκώσταινας σε αυτό τον τόπο να έχει και μια αθέατη όψη.  Η γνωστή όψη είναι αυτή που θέλει την Ελλάδα μικράν, αδύναμον και πάντα εξαρτημένη.  Και η άγνωστη όψη, αυτή που θέλει την Ελλάδα πανίσχυρη και πάμπλουτη.  Πρόκειται για τις δύο όψει του ίδιου νομίσματος:  Του μίζερου φτωχοπροδρομικού μεγαλοϊδεατισμού.

Τι απομένει;
Μέσα στις δεδομένες και μεταβαλόμενες δυνατότητες αυτής της χώρας και αυτού του λαού.  Μέσα στο δεδομένο και μεταβαλλόμενο διεθνές πλαίσιο (παράγοντες που μακροχρόνια δεν αποφεύγονται και μας καθορίζουν). Να δούμε ποιό είναι το καλύτερο που πραγματικά μπορούμε, κι όχι που θα θέλαμε, να κάνουμε.  Για να μη χάσουμε και τ’ αυγά και τα καλάθια.

Ορισμένα ερωτήματα:
Μπορεί η Ελλάδα να αποτρέψει την εξέλιξη του διεθνούς καταμερισμού της εργασίας;  Την εξέλιξή της στα πλαίσια της ΕΟΚ σα θέρετρό της;  (Ό όρος χρησιμοποιείται καταχρηστικά κι επίτηδες προκλητικά).  Ή το ζητούμενο είναι, το να παρέμβει όσο μπορεί καλύτερα σε αυτήν την εξέλιξη, να γίνει ένα «καλό» θέρετρο όπως εμείς το θέλουμε κι όπως εμάς μας συμφέρει;
Πως μπορούμε να αναπτύξουμε καλύτερα τις δυνατότητές μας σαν λαχανόκηπος και σαν τουριστικό κέντρο;  Με ποιές άλλες δραστηριότητες μπορούμε να τις συνδυάσουμε, για να είναι η ανάπτυξη και η χαρά μας πιο πολύπλευρη;
Τι ρόλο μπορεί να παίξει ο πολιτισμός σ’ αυτή τη χώρα και στα πλαίσια του διεθνούς καταμερισμού της εργασίας;  Θα μπορούσαν π.χ. τα ελληνικά νησιά να γίνουν διεθνή κέντρα επιστημονικών και καλλιτεχνικών σπουδών, όπου να διδάσκουν καθηγητές και να παρακολουθούν φοιτητές από όλον τον κόσμο;
Ποιές υπηρεσίες και ποιά κυβέρνηση στην Ελλάδα ασχολήθηκαν ποτέ στα σοβαρά ή ασχολούνται με αυτά τα ζητήματα;
Μήπως ο καλύτερος τρόπος υπέρβασης-παρέμβασης στη μοίρα μας, στο διεθνή καταμερισμό της εργασίας, είναι η αποδοχή της;  Και μήπως η «πολυπλευρικότητα» στην ανάπτυξη προϋποθέτει αρχικά την αποδοχή κι αξιοποίηση των «μονόπλευρων» δυνατοτήτων μας;

Δημήτρης Κουμάνταρος

Advertisements