Έφυγε από τη ζωή ο Δημήτρης Κουμάνταρος

Ύστερα από σύντομη και ξαφνική ασθένεια έφυγε από τη ζωή ο Δημήτρης Κουμάνταρος την Κυριακή 19 Μαρτίου 2017. Η κηδεία του έγινε στο Α νεκροταφείο στις 22 Μαρτίου. Τον συνόδεψαν τα παιδιά του, η γυναίκα του, επιστήθιοι φίλοι και σύντροφοι, συναγωνιστές του φοιτητικού κινήματος στην δικτατορία, νεότεροι συνεργάτες και φίλοι. Η κηδεία ήταν πολιτική. Για τον Δημήτρη Κουμάνταρο μίλησαν τα παιδιά του και φίλος του Ανδρέας Αποστολίδης.

Επικήδειος για τον Δημήτρη Κουμάνταρο

από τον Ανδρέα Αποστολίδη.

Δεν μπορούσα να φανταστώ ποτέ ότι θα μιλούσα για τον Κουμάνταρο στην κηδεία του. Toν γνώρισα στα δεκαεπτά μου και μετά από τρία χρόνια βρεθήκαμε φυλακή. Μετά τριάντα παντρευτήκαμε τις θρυλικές αδελφές Ρέντη.
Στέλεχος του φοιτητικού κινήματος στη δικτατορία και σύμβολό του. Όταν τα γεγονότα του 1973 έγιναν «εθνική εορτή» θεωρήσαμε τη συμμετοχή μας σε αυτά περισσότερο ιδιωτική μας υπόθεση παρά δημόσια. Είχαμε συλληφθεί επί Ιωαννίδη και κατηγορηθεί για «ηθική αυτουργία για την κατάληψη του Πολυτεχνείου». Τη μέρα που θα περνούσαμε από το στρατοδικείο έπεσε η χούντα και η δική δεν έγινε ποτέ. Ήταν ευτύχημα, λέγαμε, γιατί δεν χρεωθήκαμε μέρος της επερχόμενης «επετείου». Για τον ίδιο είχε μεγάλη βαρύτητα η μετατροπή της αντιστασιακής του δράσης σε ιδιωτική ιστορία. Ο Κουμάνταρος άρχισε να ψαλλιδίζει τον εαυτό του.
Για το σήμερα έχει ιδιαίτερη σημασία τι έκανε μετά το 1980. Με το νέο τότε σύστημα εξουσίας, αν ήθελε, όλες οι πόρτες ήταν ανοιχτές –πολιτικές, κομματικές και κρατικές. Επέλεξε με απόλυτο πείσμα να μείνει κυριολεκτικά στη ψάθα. Να έχει μια μικρή αυλίτσα ελευθερίας και από εκεί να εκπέμπει το προσωπικό του στίγμα.
Δεν ήταν παροπλισμένος, τον έβρισκε όποιος ήθελε και όποτε ήθελε. Και υπήρχε η μεγάλη παρηγοριά και ασφάλεια ότι εκείνος ήταν εκεί. Και παράλληλα υπήρχε η πίεση από πολλούς για μια άμεση επιστροφή του στο πολιτικό προσκήνιο. Ο Κουμάνταρος, όμως, δεν ήταν επαγγελματίας πολιτικός και δεν επρόκειτο ποτέ να γίνει ούτε τα επόμενα πεντακόσια χρόνια. Είχε παντρέψει την Ουτοπία με την Πολιτική.
Ήταν από την άλλη πολιτικό πρόσωπο, ασκούσε με τον τρόπο του πολιτική ή θα ήθελε να ασκήσει. Και άρχισε να μετατοπίζει το ενδιαφέρον του από τον «πολιτικοποιημένο» του κομματικού συστήματος στον «ενεργό πολίτη».
Μια πρακτική των απόψεών του προσπάθησε να βάλει σε εφαρμογή μέσα από την αρθρογραφία του στην Ελευθεροτυπία τη δεκαετία του 1990. Μιλάνε, συμβουλεύουν, κρίνουν οι άνθρωποι που γνωρίζουν, οι άξιοι, οι αξιόλογοι σε θέματα οικονομικά, εργασιακά, ασφαλιστικά, κοινωνικά, επιστημονικά, διατροφικά. Θέλησε να γίνει αυτό το στυλ μια γενικότερη προσέγγιση της εφημερίδας και κυρίως να περάσει σαν άλλη γραμμή απέναντι στο δημόσιο βίο. Έφαγε πόρτα. Δεν έγινε ούτε κρατικός «παράγοντας» ούτε «επαγγελματίας» δημοσιογράφος.
«Παραιτήθηκα από τη δημοσιογραφία το 1996», έγραφε στο βιογραφικό του, «θεωρώντας το τρόπο άσκησής της, λόγω του μονοπωλίου των εκδοτών-καναλαρχών, ως μια από τις σημαντικότερες, αν όχι τη σημαντικότερη αιτία για το σύγχρονο βάλτωμα της ελληνικής κοινωνίας».
Η ειρωνεία είναι ότι οι λόγοι που τον οδήγησαν σε παραίτηση εκείνη την εποχή, αποτελούν πταίσμα μπροστά στην επιχειρούμενη είσοδο του υπόκοσμου και του οργανωμένου εγκλήματος στα ΜΜΕ σήμερα.
Του στοίχησε πάντως πολύ η αποτυχία του εγχειρήματος, η υποτίμησή του και η αδιαφορία που συνάντησε και ακολούθησε «η ιαπωνική του περίοδος μετά την ήττα» , όπως τον πείραζα και του κόλλησα το παρατσούκλι « Χιροχίτο». Σαν ήρωας ταινίας του Κουροσάβα με πλατύγυρο καπέλο υπό τον ήλιο και δερμάτινα γάντια κλάδευε μια τριανταφυλλιά επί ώρες με πενιχρά αποτελέσματα. Ή άλλη φορά από το πολύ φινίρισμα την εξαφάνιζε.
Θέλησε τότε να γράψει μια δωδεκάτομη εγκυκλοπαίδεια Κουμάνταρου «Πολιτικής πρακτικής». Το προσπάθησε μανιωδώς ένα διάστημα. Το εγχείρημα εξαερώθηκε ύστερα από ατέλειωτες συζητήσεις σε ντουμανιασμένα δωμάτια μ’ εμένα βασικό ακροατή του. Απέτυχε παταγωδώς. Με ευτυχή κατά παράδοξο τρόπο απόληξη: τα εύστοχα λακωνικά του αποφθέγματα των τελευταίων ετών και τις επιγραμματικές δηλώσεις του της μιας ή της μιάμιση το πολύ αράδας.
Όση σχέση είχε ο Κωστής Παπαγιώργης με τη φιλοσοφία, είχε ο Δημήτρης Κουμάνταρος με την πολιτική. Δηλαδή ασφαλώς και είχε –αλλά πλάγια, λοξή.
Μετά τις πυρκαγιές του στρατηγού άνεμου θέλησε να συμμετάσχει ξανά πιο ενεργά στα κοινά. Προσπάθησε να τρυπώσει κάπου για να έρθει σε επαφή με ανθρώπους που τον ενδιέφεραν και θεωρούσε αξιόλογους. Το πού τρυπώνει δεν έχει καμία σημασία. Την ίδια πλατφόρμα θα προωθούσε οπουδήποτε: την αντικατάσταση του πολιτικού κομματικού συστήματος από το σύστημα των ενεργών πολιτών, όπως το ονειρευόταν.
Και να, μερικές βδομάδες πριν, γνωρίζοντας ότι πάσχει από επιθετικό καρκίνο, ανακοίνωσε τη δημιουργία από τον ίδιο μιας κίνησης για ένα κίνημα ενεργών πολιτών καλώντας σε εξέγερση κατά του κομματικού συστήματος.
«Ονειρεύομαι ένα ξεσηκωμό», έγραφε, επιστρέφοντας στο πνεύμα του 1973. «Ενάντια στην αδιαφάνεια, τη διαφθορά, την κομματοκρατία, την αναξιοκρατία. Ενάντια στη διχαστική λογική, το φανατισμό, την προχειρότητα και την τσαπατσουλιά. Ενάντια στη μετάθεση ευθυνών, την ατομοκρατία, την έλλειψη συνεργατικού-ομαδικού πνεύματος».
«Μα», του λέω, «στην κατάσταση που είσαι τι θα κάνεις;» Εννοώντας ότι ένα τέτοιο εγχείρημα απαιτεί πλήρη διαθεσιμότητα κι εκείνος πεθαίνει. Μου απαντάει: «Ακριβώς γι’ αυτό δεν θα με κατηγορήσει κανείς για ιδιοτέλεια». Ήταν η πολιτική του διαθήκη.
Ο Ραμπελαί το 1500 πρέπει να είχε γνωρίσει τον Κουμάνταρο της εποχής. Ο Κουμάνταρος είναι ήρωας του Ραμπελαί. Στην ιδιωτική του ζωή και όχι μόνο, ξετύλιγε μια ατέλειωτη γκάμα ιδιοτροπιών και παραξενιών · ανεξάντλητη, πρωτότυπη, δημιουργική και ευφάνταστη. Ήταν και παραμένει ο Γαργαντούας της Δυστροπίας, της επιμονής, του πείσματος και της μονομανίας. Το μεγαλύτερο κατόρθωμά του είναι ότι παρ’ όλα αυτά ή χάρη σε αυτά, υπήρξε ο πιο καλός και γλυκός άνθρωπος που γνωρίσαμε στη ζωή μας.